διακαπηλεύω

διακᾰπηλεύω,
A sell by retail,

ὅτι τύχοιεν ἕκαστος D.Chr.8.9

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διακαπηλεύω — (Α διακαπηλεύω) [καπηλεύω] 1. είμαι μεταπράτης, είμαι μεταπωλητής, πουλώ λειανικά όπως οι κάπηλοι 2. εξευτελίζω …   Dictionary of Greek

  • διακαπηλευόντων — διακαπηλεύω sell by retail pres part act masc/neut gen pl διακαπηλεύω sell by retail pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.